Η Γεωπολιτική του Πυριτίου: Πώς η Ουάσινγκτον έχρισε την Αθήνα “φρούριο” της τεχνητής νοημοσύνης και απομόνωσε την Άγκυρα

Τον Ιούλιο του 2025, ενώ η τουρκική εταιρεία που είχε αναλάβει την ανάπτυξη αυτοματισμών στο φαραωνικό παλάτι του Ερντογάν βρισκόταν στο μικροσκόπιο των αμερικανικών αρχών για “εκτροπή” προηγμένων τσιπ στη Ρωσία, στην Ελλάδα σημειώνονταν μία άνευ προηγουμένου αύξηση εισαγωγών επεξεργαστών από τις ΗΠΑ. Η στροφή της Ουάσινγκτον στην Αθήνα ως προτιμώμενο προπύργιο της τεχνητής νοημοσύνης στην ευρύτερη περιοχή απέκτησε επίσημη μορφή τον Νοέμβριο με την υπογραφή διακήρυξης για τη συνεργασία των δύο χωρών στον συγκεκριμένο τομέα.
του Χάρη Καρανίκα
Στις 7 Νοεμβρίου 2025, στο κέντρο της Αθήνας, μπήκαν οι υπογραφές που αναμένεται να επηρεάσουν σημαντικά το τεχνολογικό μέλλον της Νοτιοανατολικής Μεσογείου. Ο Αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών Τζέικομπ Χέλμπεργκ, ο Έλληνας ομόλογός του Χάρης Θεοχάρης και η Αμερικανίδα πρέσβειρα Κίμπερλι Γκίλφοϊλ επισφράγισαν την "Διακήρυξη Οικονομικής Ασφάλειας ΗΠΑ-Ελλάδας”.
Το κείμενο που υπογράφηκε δεσμεύει τα δύο έθνη στην προώθηση “αξιόπιστων συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης” και, το κυριότερο, στη θωράκιση των “έμπιστων εφοδιαστικών αλυσίδων” από “χώρες ανησυχίας” — ένας διπλωματικός ευφημισμός που στοχεύει ευθέως την Κίνα και τη Ρωσία. Με τη διακήρυξη αυτή, η Ουάσινγκτον έχριζε επί της ουσίας την Ελλάδα “ασφαλές λιμάνι” για την αμερικανικής τεχνολογίας AI και ως τον πλέον έμπιστο κόμβο στην περιοχή.
Την ίδια ώρα, 800 χιλιόμετρα ανατολικότερα, στην Άγκυρα, η ατμόσφαιρα δεν ήταν και τόσο καλή. Η Τουρκία παρέμενε εγκλωβισμένη, χωρίς ιδιαίτερη πρόσβαση στην τεχνολογική υπεροχή των ΗΠΑ και χωρίς διπλωματική διέξοδο, αναγκασμένη να αναζητά “πίσω πόρτες” για τσιπ από ασιατικές χώρες, ώστε να κρατήσει ζωντανή την αμυντική της βιομηχανία.
Για να γίνει κατανοητή η σημασία της διακήρυξης της 7ης Νοεμβρίου για την Ελλάδα, θα πρέπει να ανατρέξουμε μερικούς μήνες στο παρελθόν.
Στις 13 Ιανουαρίου 2025, λίγες μέρες πριν από τη μεταβίβαση της προεδρικής εξουσίας από τον Μπάιντεν στον Τραμπ, το Γραφείο Βιομηχανίας και Ασφάλειας (BIS) του Υπουργείου Εμπορίου των ΗΠΑ εξέδωσε μία απόφαση που θα γινόταν γνωστή ως “Κανονισμός Διάχυσης της Τεχνητής Νοημοσύνης”. Αυτός ο κανονισμός αντιπροσώπευε την κορύφωση της στρατηγικής “μικρή αυλή, ψηλός φράχτης” της προηγούμενης αμερικανικής κυβέρνησης, η οποία επιδίωκε να προστατεύσει την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ ελέγχοντας αυστηρά τη διάδοση τεχνολογιών διπλής χρήσης. Το σκεπτικό ήταν να αντιμετωπίσει μια συγκεκριμένη ευπάθεια: την εκτροπή προηγμένων τσιπ και προγραμμάτων ΑΙ μέσω τρίτων χωρών προς την Κίνα και τη Ρωσία.
Βάσει του προαναφερόμενου κανονισμού δημιουργήθηκαν τρεις βαθμίδες. Οι έμπιστοι σύμμαχοι, στους οποίους περιλαμβάνονταν οι στενότεροι εταίροι των ΗΠΑ, όπως Μεγάλη Βρετανία, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία, Καναδάς (“Five Eyes”) και κάποια επιλεγμένα μέλη της ΕΕ που είχαν ισχυρούς μηχανισμούς ελέγχου των εξαγωγών τους έτσι ώστε να μην είναι εύκολη η “εκτροπή” των τεχνολογιών AI στις “χώρες ανησυχίας”. Στον αντίποδα τέθηκαν τα κράτη υπό εμπάργκο αμερικανικής τεχνητής νοημοσύνης, ανάμεσα στις οποίες ήταν η Κίνα, η Ρωσία, το Ιράν και το Μακάο. Και αποφασίστηκε και μία “μεσαία” κατηγορία, όπου εντάχθηκαν όλες οι υπόλοιπες χώρες που δεν συμπεριλήφθηκαν στις προηγούμενες δύο κατηγορίες. Για τις χώρες της εν λόγω βαθμίδας θα απαιτούνταν ειδικές άδειες για να προμηθευθούν τσιπ και τεχνολογίες AI από τις ΗΠΑ, δεδομένου ότι κρινόταν πως οι ελεγκτικοί μηχανισμοί τους δεν αποτελούσαν την πλέον ασφαλή λύση για την αποφυγή της εκτροπής των ειδών στις χώρες υπό εμπάργκο. Η Ελλάδα και η Τουρκία εντάχθηκαν σε αυτήν τη βαθμίδα.
Λίγους μήνες μετά, το τοπίο άλλαξε. Στις 15 Μαΐου 2025 το υπουργείο Εμπορίου της κυβέρνησης Τραμπ ανακοίνωσε την ανάκληση της απόφασης για τις βαθμίδες, με τον νέο υφυπουργό Εμπορίου για τη Βιομηχανία και την Ασφάλεια, Τζέφρι Κέσλερ, να ασκεί δριμεία κριτική στον προηγούμενο κανονισμό, περιγράφοντάς τον ως “κακώς σχεδιασμένο” και “αντιπαραγωγικό”. Υποστήριξε δε ότι “έπνιγε την αμερικανική καινοτομία” επιβαρύνοντας τις εταιρείες με επαχθείς ρυθμιστικές απαιτήσεις και, το σημαντικότερο, “υπονόμευε τις διπλωματικές σχέσεις των ΗΠΑ με δεκάδες χώρες υποβαθμίζοντάς τις σε καθεστώς δεύτερης κατηγορίας”. Εκεί δηλαδή που ενέτασσε ο κανονισμός την Ελλάδα και την Τουρκία.
Την ανάκληση του Μαϊου ακολούθησε και εκτελεστικό διάταγμα για την προώθηση των αμερικανικών εξαγωγών AI το οποίο τέθηκε σε ισχύ στα τέλη Ιουλίου. Και έτσι, αντί να υπάρχουν περιορισμοί βάσει χώρας, το βάρος έπεσε στον μηχανισμό των αμερικανικών ελέγχων και επιβολής κυρώσεων σε εταιρείες που εμπλέκονταν στο εμπόριο τεχνολογίας. Σε αυτό ακριβώς το σημείο η πορεία της Ελλάδας όσον αφορά την πρόσβαση στις αμερικανικές τεχνολογίες ΑΙ άρχισε να αποκλίνει σημαντικά από αυτήν της Τουρκίας.
Τον ίδιο μήνα που υπογράφηκε το εκτελεστικό διάταγμα, υπήρξε η ελληνική “έκρηξη” στις εισαγωγές τσιπ από τις ΗΠΑ, η αξία των οποίων εκτιμάται ότι ξεπέρασε τα 12,2 εκατομμύρια δολάρια. Όπως προκύπτει από στοιχεία που περιήλθαν σε γνώση του ant1news.gr οι αμερικανικές εξαγωγές προς Ελλάδα σημείωσαν αύξηση 98.000% σε σχέση με τον Ιούλιο του 2024. Προφανώς η έκρηξη αυτή μπορεί να συνδυαστεί με την άφιξη εξοπλισμού για τα κέντρα δεδομένων (data centers) υπό κατασκευή στη χώρα. Σημειώνεται ότι τα data centers αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της τεχνητής νοημοσύνης, καθώς παρέχουν την απαραίτητη υπολογιστική ισχύ και υποδομή για την ανάπτυξη και λειτουργία του AI. Και τούμπαλιν: η ίδια η τεχνητή νοημοσύνη χρησιμοποιείται για τη βελτιστοποίηση της λειτουργίας των data centers.
Όμως, δεν είναι μόνο η “έκρηξη” του Ιουλίου. Η ανάλυση των εμπορικών ροών για ολόκληρο το 2024 αποκαλύπτει ένα εντυπωσιακό παράδοξο: Παρόλο που η οικονομία της Τουρκίας (1,1 τρισ. δολάρια) είναι πενταπλάσια της ελληνικής, οι εισαγωγές ημιαγωγών από τις ΗΠΑ είναι σχεδόν ισόποσες. Όπως φαίνεται από τα στοιχεία, η Τουρκία εισήγαγε αμερικανικά τσιπ αξίας 59,4 εκατ. δολαρίων, ενώ η Ελλάδα 54,7 εκατ. δολαρίων
Σύμφωνα με πληροφορίες του ant1news.gr, την ίδια ώρα που σημειώνονταν στην Ελλάδα η αύξηση του 98.000%, οι αμερικανικές αρχές είχαν αρχίσει να αποστέλουν εμπιστευτικές επιστολές προς εξαγωγείς, προειδοποιώντας τους ότι συγκεκριμένοι Τούρκοι πελάτες ενδέχεται να λειτουργούν ως βιτρίνες για τη Ρωσία. Ανάμεσα στις εταιρείες που εμπλέκονταν σε κυκλώματα εκτροπής της αμερικανικής τεχνολογίας εντοπίστηκε και μία που βρισκόταν πολύ κοντά στην “καρδιά” του καθεστώτος Ερντογάν. Και αυτό από μόνο του αποτελεί σοβαρό λόγο, ώστε να αρχίσει η Ουάσινγκτον να κλείνει τη στρόφιγγα προς την Άγκυρα.

Η κραυγαλέα περίπτωση, που οδήγησε στην επιβολή αμερικανικών κυρώσεων στις 12 Σεπτεμβρίου 2025, είναι αυτή της εταιρείας Atempo που ανέλαβε τον τεχνολογικό εξοπλισμό των πιο ευαίσθητων κτιρίων της Τουρκίας: ήταν υπεύθυνη για την εγκατάσταση των συστημάτων ήχου, εικόνας και αυτοματισμού στο φαραωνικό παλάτι του Ερντογάν στην Άγκυρα. Επέβλεψε μάλιστα και τον εξοπλισμό των “εννέα υπόγειων αιθουσών συσκέψεων” – χώρων που παραπέμπουν σε καταφύγια και κέντρα επιχειρήσεων του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας. Επιπλέον η Atempo έχει εγκαταστήσει τα συστήματα ψηφοφορίας και μικροφωνικών εγκαταστάσεων στο τουρκικό κοινοβούλιο.
Το γεγονός ότι οι άνθρωποι και οι ιδιοκτήτες της εταιρείας είχαν πρόσβαση στα “άδυτα” του τουρκικού κράτους και στα μπούνκερ του Προέδρου, υποδηλώνει ότι απολάμβαναν την απόλυτη εμπιστοσύνη των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών και του στενού κύκλου του Ερντογάν. Και ενώ δημοσίως η Atempo εμφανιζόταν ως ένας αξιοσέβαστος διανομέας δυτικών κολοσσών, υπογείως, όπως προέκυψε από τις έρευνες των Αμερικανών, φέρεται να λειτουργούσε ως “αγωγός” για τη ρωσική πολεμική μηχανή.
Σύμφωνα με την απόφαση του Γραφείου Βιομηχανίας και Ασφάλειας του αμερικανικού υπουργείου Εμπορίου, η Atempo χαρακτηρίστηκε “ρωσικός φορέας προμηθειών". Προφανώς, μέρος των νόμιμων εισαγωγών εξοπλισμού, ανάμεσά τους μικροτσίπ και ημιαγωγοί, προωθούνταν προς άλλες εταιρείες για να καταλήξουν σε ρωσικά drones πυραύλους. Χρησιμοποιώντας ένα δίκτυο συνεργατών, η Atempo φέρεται να “ξέπλενε” την προέλευση των τεχνολογικών ειδών και να τα διοχέτευε στη Μόσχα. Η αποκάλυψη αυτή ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι για την Ουάσινγκτον: οι “ηλεκτρολόγοι” του παλατιού του Ερντογάν λειτουργούσαν ως “φορείς προμήθειας” εξοπλισμού για τον Πούτιν. Οι έρευνες δε που οδήγησαν στην ένταξη της Atempo στη μαύρη λίστα του υπουργείου Εμπορίου των ΗΠΑ, διεξάγονταν σύμφωνα με πληροφορίες εντός του καλοκαιριού - περίοδος που συμπίπτει με την αποστολή των επιστολών προς τις εταιρείες εξαγωγείς.
Και τα προηγούμενα χρόνια όμως, η κυβέρνηση των ΗΠΑ σε συντονισμό με το Ηνωμένο Βασίλειο και την ΕΕ, έπεφταν συνεχώς πάνω σε τουρκικές εταιρείες που προμήθευαν με ευαίσθητες τεχνολογίες και υλικά τις “χώρες ανησυχίας”, εκμεταλλευόμενες την τελωνειακή ένωση της Τουρκίας με την Ευρώπη. Από την έρευνα του ant1news.gr σε αποφάσεις των αρχών των ΗΠΑ προκύπτει ότι τα τελευταία τρία χρόνια έχουν εντοπιστεί μεγάλες υποθέσεις μεταφοράς αμερικανικών τσιπ: Ανάμεσα σε άλλες, τον Απρίλιο του 2023 επιβλήθηκαν κυρώσεις στην τουρκική Azu International, η οποία φέρεται να λειτουργούσε ως “βιτρίνα” για τη ρωσική πολεμική βιομηχανία, τον Αύγουστο του 2024 στις SSG Future General Trading και Safes Lojistik για ηλεκτρονικά σε ρωσικούς πυραύλους και drones.
Οι αμερικανικοί έλεγχοι εντάθηκαν εντός 2025, γεγονός που υποδηλώνει ότι παρά τις προηγούμενες κυρώσεις, γεννιούνταν νέα “κεφάλια”. Τον Σεπτέμβριο που πέρασε, μαζί με την Atempo των “ηλεκτρολόγων” του Ερντογάν, στη μαύρη λίστα του υπουργείου Εμπορίου των ΗΠΑ προστέθηκε η BuyBest Electronic, μία περίπτωση ιδιαίτερα αξιοσημείωτη για την παρουσία της σε “χώρες ανησυχίας”: Λειτουργούσε με ψευδώνυμα όπως "Buy Best Electronic Pars" και "Andriman Group", με διευθύνσεις στην Τουρκία, την Κίνα και το Ιράν - έναν ιδανικό “τριμερή άξονα” για την απόκρυψη της προέλευσης αλλά και του προορισμού τεχνολογικού εξοπλισμού. Στον κατάλογο του αμερικανικού υπουργείου Εμπορίου την ίδια περίοδο προστέθηκε και η τουρκική Biopharmist, το όνομα της οποίας μπορεί να υποδηλώνει βιο-φαρμακευτικής φύσης δραστηριότητα, ωστόσο οι αμερικανικές αρχές εντόπισαν θέματα όσον αφορά την εκτροπή ηλεκτρονικών ειδών στη Ρωσία.
Μπροστά στο αδιέξοδο και στις απανωτές κυρώσεις, η μόνη ρεαλιστική επιλογή για την Τουρκία είναι η Κίνα. Ήδη γίνονται συζητήσεις με κινεζικές εταιρείες για θέματα τεχνογνωσίας ημιαγωγών, ωστόσο, δεδομένης της κούρσας για την τεχνολογική υπεροχή που διεξάγεται μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, κάτι τέτοιο θα μπορούσε να προκαλέσει ακόμα εντονότερες αντιδράσεις από την αμερικανική πλευρά. Επίσης, η Τουρκική Αμυντική Βιομηχανία έχει ενεργοποιήσει ένα σχέδιο τεχνολογικής επιβίωσης που στηρίζεται σε δύο πυλώνες: τη Μαλαισία και τον ανοιχτό κώδικα. Το πλάνο είναι τουρκικές εταιρείες να σχεδιάζουν τα τσιπ στην Άγκυρα και να στέλνουν τα σχέδια στο εργοστάσιο της μαλαισιανής SilTerra για κατασκευή. Όμως υπάρχουν σοβαροί περιορισμοί, καθώς πρόκειται για ένα εργοστάσιο παλαιάς τεχνολογίας που μπορεί να κατασκευάσει τσιπ για τα ραντάρ των πλοίων ή για τη διαχείριση ενέργειας των drones, αλλά δεν μπορεί να κατασκευάσει τους επεξεργαστές που απαιτούνται για την προηγμένη τεχνητή νοημοσύνη. Πρόκειται δηλαδή για μία λύση επιβίωσης, όχι υπεροχής. Ακόμα, για να αποφύγει την εξάρτηση από τις αμερικανικές αρχιτεκτονικές επεξεργαστών, που υπόκεινται σε άδειες εξαγωγής, η Τουρκία στράφηκε μαζικά στην αρχιτεκτονική ανοιχτού κώδικα.

Αν μη τι άλλο, η διακήρυξη της 7ης Νοεμβρίου που υπογράφηκε στην Αθήνα διαμορφώνει τον νέο τεχνολογικό χάρτη της ευρύτερης Ανατολικής Μεσογείου, όπου γίνεται ξεκάθαρο πλέον ένα σύστημα δύο ταχυτήτων: Το Ισραήλ παραμένει το κέντρο έρευνας και ανάπτυξης για τους αμερικανικούς κολοσσούς του ΑΙ, ως “εγκέφαλος” της περιοχής, και η Ελλάδα μετατρέπεται σε έμπιστο κόμβο υποδομών που έχει επιλεχθεί ως η τοποθεσία για τα data centers της Microsoft, της Google και άλλων εταιρειών που θα εξυπηρετούν όχι μόνο τα Βαλκάνια αλλά και τη Μέση Ανατολή. Από την άλλη πλευρά βρίσκεται η Τουρκία, που παρά την τεράστια εγχώρια αγορά της, αντιμετωπίζει ανυπέρβλητα εμπόδια εμπιστοσύνης, αποκλεισμένη από τις κρίσιμες συνεργασίες και το hardware αιχμής. Όπως φαίνεται, οι διαδοχικές αμερικανικές κυρώσεις σε τουρκικές εταιρείες για τη μεταφορά τεχνολογίας και ευαίσθητου εξοπλισμού έκαναν την Ουάσινγκτον να ρίξει ένα “παραπέτασμα πυριτίου”, αφήνοντας την Άγκυρα από την έξω πλευρά του τείχους, ως μια ακόμα απλή αγορά καταναλωτών και όχι ως εταίρο παραγωγής τεχνολογίας.









